αλκιμος

αλκιμος
    ἄλκιμος
    ἄλκῐμος
    2, редко 3
    мужественный, храбрый, отважный
    

(ἦτορ Hom., Pind.; Διὸς υἱός Pind., Hes., Soph., Theocr.; μάχη Eur.; νεανίαι Plut.; πρὸς τοὺς ἐναντίους Xen.)

    πάλαι ποτ΄ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι погов. Arph. — в старину и милетцы были храбрецами (о былом величии)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αλκιμος" в других словарях:

  • ἄλκιμος — stout masc nom sg ἄλκιμος stout masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλκιμος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλκιμος — I Όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. 1. Ήρωας του Τρωικού πολέμου, γιος του βασιλιά της Πύλου Νηλέα. 2. Πατέρας του Μέντορα, πιστού φίλου του Οδυσσέα. 3. Σικελός ιστορικός, που έγραψε τα Σικελικά στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. 4. Στρατηγός του… …   Dictionary of Greek

  • άλκιμος — η, ο δυνατός, γενναίος: Καμάρωσαν τα άλκιμα νιάτα που παρέλασαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άβιτος, Σέξτος Άλκιμος Έκδικος — (450 – 518 μ.Χ.).Επίσκοπος Βιέννης, άγιος της Καθολικής Εκκλησίας. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ήταν μορφωμένος, ενάρετος και ανέπτυξε πλούσια αποστολική και συγγραφική δράση. Καταπολέμησε με ιδιαίτερη επιτυχία τις διάφορες αρειανικές …   Dictionary of Greek

  • ἀλκιμώτερον — ἄλκιμος stout adverbial comp ἄλκιμος stout masc acc comp sg ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc comp sg ἄλκιμος stout masc acc comp sg ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc comp sg ἄλκιμος stout adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκιμωτάτων — ἄλκιμος stout fem gen superl pl ἄλκιμος stout masc/neut gen superl pl ἄλκιμος stout fem gen superl pl ἄλκιμος stout masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκιμωτέρων — ἄλκιμος stout fem gen comp pl ἄλκιμος stout masc/neut gen comp pl ἄλκιμος stout fem gen comp pl ἄλκιμος stout masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκιμώτατα — ἄλκιμος stout adverbial superl ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc superl pl ἄλκιμος stout adverbial superl ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλκιμώτατον — ἄλκιμος stout masc acc superl sg ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc superl sg ἄλκιμος stout masc acc superl sg ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλκιμον — ἄλκιμος stout masc acc sg ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc sg ἄλκιμος stout masc/fem acc sg ἄλκιμος stout neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»